Αρχιτεκτονική: Διατηρητέα ή όχι – Ομιλία του Κάτωνα Ασιμή

Φωτογραφία: Κρυσταλλία Παπαοικονόμου
Κάτωνας Ασιμής – Φωτογραφία: Κρυσταλλία Παπαοικονόμου

Ομιλία του αρχιτέκτονα – ζωγράφου Κάτωνα Ασιμή* κατά την παρουσίαση των σπουδαστικών εργασιών των φοιτητών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με θέμα την Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική της Θήρας, που έγινε στο Μπελλώνειο Πολιτιστικό Κέντρο, στις 7 Μαΐου 2016

“Είμαι μεγαλωμένος σε αυτό το νησί από πατέρα Σαντορινιό και έχω ζήσει εδώ από παιδί, βλέποντας το νησί να αλλάζει με εκρηκτικούς ρυθμούς. Θα ήθελα να σας μιλήσω για την έννοια της διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, βλέποντάς την να αλλάζει από πρώτο χέρι, τι μπορεί να σημαίνει αυτή η αλλαγή και κυρίως πώς λειτουργεί ή αν λειτουργεί αυτή η έννοια της διατήρησης της παράδοσης όπως την έχουμε στο μυαλό μας μέχρι σήμερα.

Θυμάμαι να ερχόμαστε με τον πατέρα μου από Οία προς Φηρά την δεκαετία του ’80 και να βλέπουμε από ψηλά τη Μεσαριά, τον Καρτεράδο, το Καμάρι. Ήταν μόνο δέκα φώτα το κάθε χωριό μέσα στη νύχτα. Ύστερα ήρθε η λαίλαπα της αλλαγής. Τα χωριά έτσι όπως τα θυμάμαι φεύγουν ανεπιστρεπτί, καθώς διογκώνονται απίστευτα. Τα κτήρια τα οποία εξακολουθούν να έχουν τον αρχικό τους χαρακτήρα μένουν ελάχιστα. Αυτή είναι η πραγματικότητα είτε μας αρέσει, είτε όχι. Και είναι μία διαδικασία την οποία την έχω βιώσει μέσα μου πολύ έντονα όλες αυτές τις δεκαετίες, με όλη τη συναισθηματική φόρτιση και τα ερωτηματικά που μπορεί να προκαλεί.

Η Σαντορίνη είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα για να δούμε πώς ένας τόπος επηρεάζεται στο χρόνο από τις εξωγενείς επιρροές: οικονομικές, τεχνολογικές και εν τέλει αισθητικές.

Ζούμε σε έναν κόσμο που αναρίθμητα νέα στοιχεία τεχνολογίας, οικονομίας, αισθητικής και λειτουργικότητας συνεχώς έρχονται και μας βρίσκουν ανά πάσα στιγμή στο σημείο που βρισκόμαστε. Και μας βρίσκουν αυτά, έρχονται σε μας χωρίς καν να τα καλούμε. Η επιρροή, η επίδραση είναι αναπόφευκτη.

Θα αναφερθώ και πάλι, όπως σε προηγούμενη ομιλία μου εδώ μέσα σε αυτό το χώρο, στα λόγια του θεωρητικού της τέχνης Walter Benjamin, ο οποίος προσδιόρισε, το 1960 για πρώτη φορά, τη σημασία του έτοιμου αντικειμένου που παράγεται μηχανικά και πλέον μπορεί να φτάσει σε οποιοδήποτε σημείο της γης, ως φορέας μιας άλλης κουλτούρας. Να καταφτάνει και να επηρεάζει εσένα και τον τόπο σου, είτε το ζητάς είτε όχι.

Σε μια τέτοια άκρατη εισροή επιρροών από εξωγενή πολιτισμικά στοιχεία, εάν εγώ θελήσω να παραμείνω σταθερός σε μια εξελικτική πορεία της παράδοσής μου, είναι τέτοια η διάχυση των πολιτισμικών στοιχείων που συμβαίνουν στον κόσμο, που θα ήταν σαν να θελήσω να βάλω μια αόρατη στεγανή γυάλα πάνω από την κουλτούρα μου. Αυτό, όπως φαντάζεστε, φαίνεται αδύνατο. Και πράγματι είναι.

Ειδικότερα για την αρχιτεκτονική που συζητάμε, ακόμα και αν ήθελα να διατηρήσω ένα αρχιτεκτόνημα όπως ήταν, μπαίνει το ερώτημα σε ποιο βαθμό μπορώ, αφού και τα υλικά που είχαν χρησιμοποιηθεί δεν υπάρχουν (όπως πχ η ξυλεία ή το μάρμαρο του παρελθόντος), αλλά ακόμα και οι τεχνίτες δεν υπάρχουν. Ακόμα και αν υπήρχαν τα υλικά και οι τεχνίτες και κατάφερνα ουτοπικά να φτιάξω το οίκημα όπως ήταν, η φυσιογνωμία του αρχικού, του δικού μου, θα άλλαζε αν τα γύρω οικήματα δεν έμεναν και αυτά τα ίδια. Ακόμα και αν ολόκληρη η περιοχή παρέμενε υποθετικά ανέγγιχτη, οι ίδιοι οι άνθρωποι με την διαφορετική τους νοοτροπία θα λειτουργούσαν διαφορετικά τους χώρους, κάτι που θα άλλαζε τα ίδια τα σκεύη ζωής (όπως ονόμαζε τα κτήρια ο Κωσταντινίδης), γιατί η ζωή μέσα σε αυτα τα “δοχεία” θα είχε αλλάξει.

Μην θεωρήσετε ότι έτσι φαντάζομαι να καταργείται κάθε πρόθεση να σωθούν τα υπάρχοντα στοιχεία ενός παραδοσιακού οικισμού, όμως το ερώτημα τελικά είναι: τι θα πει διάσωση ή και διατήρηση αυτών των στοιχείων τη στιγμή που ναι μεν θέλουμε να κοιτάμε την εικόνα της παράδοσης μας, η πραγματικότητα δε επιτάσσει άλλα;

Έναν ναό που βρίσκεται στην άκρη της καλντέρας ή στη πλατεία του χωριού θα προσπαθήσουμε να τον κρατήσουμε αναλλοίωτο, καθώς η φύση της λειτουργίας του παραμένει αναλλοίωτη, έστω και αν πλέον τον βάφουμε με ακρυλικά χρώματα και όχι με ασβέστη ή το φως του σταυρού είναι πλέον από φώτα led. Όμως ένα παλιό παραδοσιακό σπίτι που καλείται να εξυπηρετήσει νέες ανάγκες ζωής, να γίνει ας πούμε ακόμα και ξενοδοχείο σύγχρονων υπηρεσιών, πώς το διατηρείς; Πού σταματάει η διατήρηση και πού η αλλοίωση;

Ας μην ξεχνάμε, πως η αρχιτεκτονική ήταν ανέκαθεν η απόρροια της οικονομίας της εποχής της. Η αρχιτεκτονική είναι η έκφραση της οικονομίας των αναγκών που εξυπηρετεί. Πρακτικά και αισθητικά. Όταν αυτές οι ανάγκες αλλάζουν, τι διατηρείται; Αυτό αρχικά φαίνεται να τρομάζει. Όπως τρομάζει κάποιον που έχει μάθει τα πράγματα να μένουν σταθερά και αναγκάζεται κάποια στιγμή να αλλάξει τη ζωή του. Όμως η ζωή σήμερα, ούτως η άλλως αλλάζει με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Έτσι καλούμαστε όχι να αλλάξουμε, αλλά να αλλάζουμε. Και αυτό μοιάζει ακόμα πιο τρομακτικό ή δύσκολο, αν και δεν θα έπρεπε.

Ζούμε σε μια χώρα που έχει μια πολύ βαριά πολιτιστική κληρονομιά. Γεννιόμαστε με αυτή την κληρονομιά στην πλάτη μας. Και μας κληροδοτείται από πολύ νωρίς το ερώτημα τι θα την κάνουμε. Και εδώ έρχεται το ερώτημα της διατήρησης της ταυτότητας. Ένα ερώτημα που πλανιέται πολύ έντονα τις τελευταίες δεκαετίες, όχι μόνο στην αρχιτεκτονική αλλά και στην ευρύτερη δημιουργία του σύγχρονου Ελληνικού πολιτισμού. Ποιοι είμαστε, πώς στεκόμαστε στο σήμερα όπου τα πάντα συνεχώς μεταβάλλονται. Παρατηρώ και ως καλλιτέχνης, ένα έθνος που θέλει να λέγεται ελληνικό και που ωστόσο κυρίως ξεπατικώνει, παρασυρόμενο από κάθε τι ξενόφερτο. Ποια είναι η ταυτότητα της νέας ελληνικής αρχιτεκτονικής ή και των υπολοίπων τεχνών;

Αυτό δείχνει χαοτικό, όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο. Μήπως από πάντα δεν υπήρχαν οι έξωθεν επιρροές, αλλά γίνονταν πιο αργά; Μήπως οι αλλαγές αυτές, επειδή ακριβώς γίνονταν πιο αργά είχαν το χρόνο να ενταχθούν πιο εύκολα στην υπάρχουσα πραγματικότητα; Η αλλαγή είναι αναπόφευκτη ή ακόμα καλύτερα είναι αναγκαία.

Το γίγνεσθαι δεν έχει να κάνει με το έχειν. Το πρώτο είναι ο ορισμός της ζωής (το γίγνεσθαι), ενώ το έχειν, το στατικό, είναι ήδη κάτι τελειωμένο. Οπότε αυτή ακριβώς η αναγκαιότητα της επέμβασης της μετατροπής είναι που κρατάει κάτι ζωντανό. Αρκεί, και εδώ είναι το πιο σημαντικό στοιχείο στο οποίο θα σταθώ σήμερα, να έχουμε αποφασίσει να είμαστε συνειδητοί, στο πώς θα πρέπει να επανασχεδιάζουμε το παρόν μας. Για πρώτη φορά στην ιστορία του πολιτισμού μας, καλούμαστε να είμαστε τόσο συνειδητοί στην σημασία του σχεδιασμού ή καλύτερα του επανασχεδιασμού του παρόντος μας, χαρακτηριστικά του οποίου μεταλλάσσονται πιο γρήγορα από ποτέ και θα αλλάζουν ακόμα πιο γρήγορα στο μέλλον.

Ούτως ή άλλως το παρόν θα ακολουθήσει την εξελικτική του πορεία και εμείς, δεν είναι ότι δεν μπορούμε να το κρατήσουμε στο παρελθόν, αλλά καλούμαστε να έχουμε την θέση του συνειδητού επανασχεδιασμού,ο οποίος είναι πολύ πιο ευρύς και ουσιαστικός από την διατήρηση μιας πόρτας ή ενός παράθυρου.

Καλούμαστε για έναν ουσιαστικό συνειδητό σχεδιασμό, περισσότερο από ποτέ, μιας οικονομίας η οποία δεν αρκείται στο πώς θα θέλαμε να νιώθουμε στο σπίτι μας, αλλά για το πώς θα διαχειριζόμαστε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνική πραγματικότητα. Και αυτό φυσικά όχι αναιρώντας, αλλά εξελίσσοντας τα υπάρχοντα δεδομένα και στοιχεία, κοινωνικά, οικονομικά και εν τέλει και αρχιτεκτονικά. Έτσι η διατήρηση της αρχιτεκτονικής φεύγει πλέον από το σχεδιαστήριο του αρχιτέκτονα και μπαίνει στο σχεδιαστήριο μιας κοινωνίας, σε συλλογικό άλλα και σε προσωπικό από τον κάθε ένα από μας επίπεδο, αφού και οι επιδράσεις που έχει ο καθένας μας, είναι πολυεπίπεδες και ατομικά διαφοροποιημένες.

Αυτό μοιάζει αφηρημένο και θεωρητικό, όμως είναι η πιο δημιουργική και πρακτική θέση του ανθρώπου στην ιστορία του. Είμαστε για πρώτη φορά περισσότερο από ποτέ ελεύθεροι να υπερασπιστούμε την υπευθυνότητά μας. Να κλείσουμε συνειδητά, πέρα από την απλή συντήρηση των παραδόσεων, να σχεδιάζουμε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, το παρόν μας. Και πρέπει να το κάνουμε, γιατί ούτως ή άλλως, η πραγματικότητα θα το κάνει χωρίς εμάς.

Η αρχιτεκτονική θα μεταλλάσσεται. Θα μεταλλάσσεται είτε το θέλουμε, είτε όχι. Είτε με εμάς, είτε χωρίς εμάς. Εάν αποφασίσουμε να επαναπροσδιορίσουμε συνειδητά τον τρόπο ζωής μας, να χαράξουμε από πριν την εξέλιξη της ζωής μιας κοινωνίας, τότε θα λέμε ότι μπορούμε να διατηρούμε τον χαρακτήρα της εξέλιξης που θα θέλουμε να έχουμε. Έτσι θα έχουμε χαρακτήρα ζωντανού πολιτισμού. Και τότε ό,τι κάνουμε θα είναι και δικό μας και ζωντανό. Ό,τι χτίζουμε, ό,τι κρατάμε και ό,τι αφήνουμε, ό,τι διατηρούμε και ό,τι ακυρώνουμε θα παραμένει ζωντανό. Τότε μόνο θα διατηρούμε και την αρχιτεκτονική μας γιατί θα την κρατάμε σε λειτουργία, δηλαδή διατηρητέα.”

* Ο κ. Κάτωνας Ασιμής έχει σπουδάσει ζωγραφική στο Λονδίνο και αρχιτεκτονική στο Bath της Αγγλίας.

Print Friendly