Θέματα υγείας: Η γενική εξέταση ούρων

Από τον Δρ. Ανδρέα Χ. Βλάχο*

Η γενική εξέταση ή ανάλυση ούρων είναι μία από τις σπουδαιότερες διαγνωστικές εξετάσεις της Ιατρικής – και όχι μόνο της Ουρολογίας ή της Νεφρολογίας που σχετίζονται άμεσα με το ουροποιητικό σύστημα. Αποκαλύπτει πλήθος πληροφοριών που σχετίζονται με την υγεία και την καλή λειτουργία οργάνων και συστημάτων του ανθρώπινου σώματος, συνεπώς είναι μία από τις βασικές εξετάσεις που συνιστώνται όχι μόνο σε υποψία παθήσεων του ουροποιητικού συστήματος αλλά και στα πλαίσια ενός οποιουδήποτε προσυμπτωματικού ελέγχου (check – up).

Στην σύγχρονη, τυπική εξέταση ούρων εξετάζονται τριών ειδών παράμετροι: οι φυσικοί χαρακτήρες των ούρων με την χρήση των ανθρώπινων αισθήσεων (επισκόπηση με γυμνό μάτι, όσφρηση), οι χημικοί χαρακτήρες των ούρων (συνήθως με χρήση ειδικής χρωματικής ταινίας) και οι μικροσκοπικοί χαρακτήρες των ούρων (εξετάζονται στο οπτικό μικροσκόπιο).

Η γενική ούρων πραγματοποιείται στα μικροβιολογικά (βιοπαθολογικά) εργαστήρια από εξειδικευμένους γιατρούς (βιοπαθολόγους).

Ο Θεόφιλος Πρωτοσπαθάριος και ένας μαθητής του, σε εικόνα από κώδικα του 15ου αιώνα.

Ιστορική αναδρομή
Η αξία της μελέτης των ούρων για την διάγνωση παθήσεων έχει παρατηρηθεί από την αρχαιότητα. Οι αναφορές ότι ο Ιπποκράτης (ο άνθρωπος που έβγαλε την Ιατρική από την δεισιδαιμονία και τους ναούς και την θεμελίωσε ως επιστήμη) δοκίμαζε κάποιες φορές τα ούρα των ασθενών του, ίσως είναι λίγο υπερβολικές. Ωστόσο, γεγονός είναι ότι στην συλλογή ιατρικών συγγραμάτων που αποδίδονται στον Ιπποκράτη και τους διαδόχους του (Corpus Hippocraticum) αναφέρεται η ουροσκοπία (η οπτική παρατήρηση των ούρων) ως μέθοδος παρακολούθησης των ασθενειών και πρόγνωσης της έκβασής τους. Η ουροσκοπία χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και στους μεσαιωνικούς χρόνους. Το βιβλίο του βυζαντινού γιατρού Θεόφιλου Πρωτοσπαθάριου (7ος αιώνας) “De Urinis” ήταν για πολλούς αιώνες το έργο αναφοράς στην μελέτη των ούρων. Η πρόοδος των επιστημών της φυσικής και της χημείας από την Αναγέννηση και μετά, καθώς και η ανακάλυψη του μικροσκοπίου οδήγησε σε διαδοχικά άλματα την επιστημονική έρευνα στο πεδίο αυτό. Από το 1870 και μετά άρχισε να διαμορφώνεται η ανάλυση των ούρων όπως την ξέρουμε σήμερα. Η ανάπτυξη, δε, το 1956 της πρώτης χρωματικής ταινίας ούρων για την γλυκόζη από την Helen Murray Free και τον Albert Free οδήγησε σταδιακά στα στικ πολλαπλών παραμέτρων (dip-and-read) που χρησιμοποιούνται σήμερα. Τέλος, ο Γεώργιος Ν. Παπανικολάου, ο επιστήμονας που θεωρείται πατέρας της Ογκολογικής Κυτταρολογίας, αν και είναι περισσότερο γνωστός για την κλινική εφαρμογή των ερευνών του στο κολπικό επίχρισμα (Pap test), είναι αυτός που έκανε τα πρώτα βήματα που οδήγησαν στην κυτταρολογική εξέταση των ούρων.

Ουροσυλλέκτες με δείγματα ποκίλων χρωμάτων

Τρόπος συλλογής ούρων για απλή εξέταση
Η συλλογή του δείγματος γίνεται από τον ίδιο τον εξεταζόμενο συνήθως κατ΄οίκον. Προτιμούνται τα πρώτα πρωϊνά ούρα λόγω μεγαλύτερης πυκνότητας. Πριν την συλλογή καθαρίζονται τα έξω γεννητικά όργανα: σαπούνι και νερό συνήθως αρκούν. Επειδή κατά την διάρκεια της νύχτας η ουρήθρα (ιδίως η ανδρική) εποικίζεται από μικρόβια και περιέχει βλέννες κι άλλες εκκρίσεις, είναι καλύτερο να συλλέγονται ούρα από το μέσον της ούρησης. Το δοχείο συλλογής είναι συνήθως ένας αποστειρωμένος ουροσυλλέκτης. Αν ο ουροσυλλέκτης δεν μεταφερθεί στο εργαστήριο αμέσως για εξέταση, μπορεί να τοποθετηθεί σε ψυγείο. Και αυτό, επειδή αν το δείγμα μείνει εκτεθειμένο σε συνθήκες περιβάλλοντος, πιθανώς να καταστραφούν τυχόν παθολογικά ευρήματα σε αυτό.

Φυσικοί χαρακτήρες
Χρώμα: το συνηθισμένο χρώμα των ούρων είναι ωχροκίτρινο και σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την πυκνότητά τους, συνεπώς από τον βαθμό της ενυδάτωσης του ανθρώπου. Ωστόσο, σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις τα ούρα μπορεί να έχουν άλλο χρώμα (ερυθρό, κονιάκ, άσπρο, πορτοκαλί, γαλαζοπράσινο, καφέ, μαύρο). Τα ούρα χρωματίζονται και από κάποια φάρμακα και τροφές.

Όψη: τα ούρα πρέπει να είναι διαυγή. Όταν είναι θολά, αυτό μπορεί να οφείλεται σε παρουσία αλάτων, πύου, λέμφου, μικροβίων, σπέρματος, αίματος.

Οσμή: η επαφή των ούρων με τον αέρα μετά λίγη ώρα τους δίνει χαρακτηριστική οσμή αμμωνίας. Η οσμή τους, πάντως, εξαρτάται και από κάποιες τροφές (π.χ. σπαράγγια, σουσάμι, αλλαντικά).

Ειδικό βάρος: το αναμενόμενο ειδικό βάρος των ούρων είναι μεταξύ 1016-1022 και εξαρτάται από την συμπυκνωτική ικανότητα των νεφρών καθώς και την κατανάλωση υγρών.

PH: πρόκειται για την οξύτητα των ούρων. Φυσιολογικά, τα ούρα είναι ελαφρά όξινα και έχουν PH 5.5-6.

Χημικοί χαρακτήρες
Γλυκόζη: φυσιολογικά, δεν ανιχνεύεται στα ούρα. Η γλυκόζη του αίματος αρχίζει να απεκκρίνεται στα ούρα όταν αυτή ξεπεράσει κάποιο επίπεδο (180 mg/dl), π.χ. σε έναν αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη.

Κετόνες: επίσης, δεν ανιχνεύονται κανονικά στα ούρα. Η πιο συνηθισμένη αιτία “φυσιολογικής” κετονουρίας είναι η νηστεία.

Λεύκωμα (πρωτεΐνη): ο οργανισμός προσπαθεί να μην χάνει πρωτεΐνη στα ούρα. Η ανίχνευσή της είναι συνήθως παθολογικό εύρημα. Όταν απαιτείται καλύτερη εκτίμηση της λευκωματουρίας, συνιστάται μέτρηση του λευκώματος σε μεγαλύτερο δείγμα (ούρα 24ώρου).

Αιμοσφαιρίνη: η χρωστική των ερυθρών αιμοσφαιρίων φυσιολογικά δεν ανιχνεύεται στα ούρα. Η παρουσία της υποδηλώνει αιμορραγία του ουροποιητικού η ενδαγγειακή αιμόλυση.

Χολερυθρίνη και ουροχολινογόνο: η χολερυθρίνη δεν ανιχνεύεται στα ούρα σε φυσιολογικές συνθήκες. Η παρουσία της είναι ενδεικτική ηπατοπαθειών. Το ουροχολινογόνο μπορεί να αυξηθεί και σε άλλες καταστάσεις πλην των παθήσεων του ήπατος, π.χ. σε πυρετό, καρδιακή ανεπάρκεια, αναιμία, αιματώματα.

Νιτρώδη: η παρουσία τους υποδηλώνει υψηλή μικροβιακή δραστηριότητα, δηλαδή ασυμπτωματική μικροβιουρία ή ουρολοίμωξη.

Εικόνα από μικροσκόπιο: τα μεγάλα λευκά κύτταρα είναι τα πυοσφαίρια, ενώ τα βακτήρια είναι μακρόστενα

Μικροσκοπικοί χαρακτήρες
Πυοσφαίρια: φυσιολογικά στα ούρα ανιχνεύονται έως 4 πυοσφαίρια σε κάθε οπτικό πεδίο του μικροσκοπίου (κοπ = κατά οπτικό πεδίο). Περισσότερα μπορεί να συναντώνται συνηθέστερα σε ουρολοιμώξεις, ουρηθρίτιδα, λιθίαση, σε νεφρικές νόσους, σε χρόνια κυστίτιδα και φυματίωση.

Ερυθρά αιμοσφαίρια: έως 2 κατά οπτικό πεδίο, είναι η φυσιολογική τιμή. Αν υπάρχουν περισσότερα πρόκειται για αιματουρία μικροσκοπική (εμφανή μόνο στο μικροσκόπιο) ή μακροσκοπική (φανερή και στο μάτι).

Επιθηλιακά κύτταρα: λίγα κύτταρα του φυσιολογικού κυττάρου του ουροποιητικού (ουροθήλιο) είναι αναμενόμενο να υπάρχουν στα ούρα. Μεγάλος αριθμός αυτών ή με ανωμαλίες στην εμφάνισή τους μπορεί να είναι ενδεικτικά κακοήθειας.

Κύλινδροι: είναι, κατ’ ουσίαν, το “εκμαγείο” (καλούπι) μικρών σωληναρίων του νεφρού. Το υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένοι (πυοσφαίρια, ερυθρά αιμοσφαίρια, επιθηλιακά κύτταρα κλπ) υποδηλώνει το είδος του προβλήματος που πιθανώς υπάρχει στον νεφρό.

Κρύσταλλοι/άλατα: στα φυσιολογικά ούρα μπορούν να βρεθούν κρύσταλλοι διαφόρων χημικών συστάσεων (ουρικοί, φωσφορικοί, οξαλικοί). Οι παράγοντες που επηρεάζουν την παρουσία και τον αριθμό τους είναι η οξύτητα των ούρων, ο χρόνος εξέτασης και το είδος της διατροφής.

Βλέννη: τα κύτταρα του ουροθηλίου φυσιολογικά παράγουν βλέννη. Η παρουσία βλέννης στο δείγμα είναι συνηθισμένο εύρημα, ιδιαίτερα σε πυκνά ούρα. Τότε, μπορεί το δείγμα των ούρων να είναι ακόμα και θολό λόγω της βλέννης.

Μικροοργανισμοί: αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν πρέπει να υπάρχει στα ούρα. Αν ανευρίσκονται, είτε υπάρχει ασυμπτωματική μικροβιουρία (η παρουσία μικροβίων δεν κινητοποιεί το αμυντικό σύστημα του οργανισμού) είτε ουρολοίμωξη (υπάρχει αντίδραση από τον οργανισμό). Σε περίπτωση ουρολοίμωξης είναι σημαντικό να ακολουθεί καλλιέργεια των ούρων για να απομονωθεί ο υπεύθυνος μικροοργανισμός και αντιβιόγραμμα για να καθοριστεί το είδος του αντιβιοτικού που πρέπει να χρησιμοποιηθεί.

Με πληροφορίες και εικόνες από history.uroweb.org

* Ο κ. Ανδρέας Βλάχος είναι Χειρουργός-Ουρολόγος στη Μεσαριά Σαντορίνης

Print Friendly, PDF & Email