Ο σημερινός σεισμός της Σαντορίνης: Πώς μία φυσιολογική σεισμική δράση αντιμετωπίζεται ως αφύσικη

Του καθηγητή κ. Κώστα Παπαζάχου*

Ο σημερινός (3/4/18) σεισμός (Μ=4.0) στις 13:24 στη Σαντορίνη, ήρθε να επιβεβαιώσει το γνωστό φαινόμενο που εμφανίζεται μετά από κάθε μικροσεισμική δραστηριότητα: Το φυσιολογικό αντιμετωπίζεται (συχνά) ως αφύσικο. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:

  • Σήμερα (3/4/18) το μεσημέρι, στις 13:24 ένας μικρός (για τα δεδομένα του ελληνικού χώρου) σεισμός συνέβη στην περιοχή του υποθαλάσσιου ηφαιστείου του Κολούμπο, όπως φαίνεται και στο σχήμα (1). Του σεισμού προηγήθηκε ένας μικρός σεισμός (Μ~2.4) και τον ακολούθησε ένας άλλος, μικρότερος σεισμός (Μ~1.5).
Σχήμα 1. Σεισμική δράση στις 3/4/2018 στην περιοχή του Κολούμπο στη Σαντορίνη και επίκεντρο του ισχυρότερου σεισμού με Μ=4.0 (13:24 ώρα Ελλάδος)
  • Στην περιοχή του υποθαλάσσιου ηφαιστείου του Κολούμπο είναι γνωστό εδώ και πολλά έτη (π.χ. Dimitriadis et al., 2005, 2009) ότι υπάρχει μόνιμη μικροσεισμική δράση, σε βάθη κυρίως μεταξύ 5 και 10 χιλιομέτρων, όπως φαίνεται και στο σχήμα (2).
Σχήμα 2. Σεισμική δράση στην περιοχή του υποθαλάσσιου ηφαιστείου του Κολούμπο, το χρονικό διάστημα Μαρτίου-Σεπτεμβρίου 2003 και κατανομή της μικροσεισμικότητας σε 2 κατακόρυφες τομές που διέρχονται από την υποθαλάσσια καλδέρα του Κολούμπο (Dimitriadis et al., 2009).
  • Δυτικά από το υποθαλάσσιο ηφαίστειο του Κολούμπο αναπτύσσονται ρήγματα με διεύθυνση περίπου Ανατολής-Δύσης, κατά μήκος του νοτίου τμήματος της λεκάνης της Ανύδρου, τα οποία έχουν δώσει στο πρόσφατο παρελθόν πολύ ισχυρότερους σεισμούς (βλέπε σχήμα 3) και πιθανότατα πιο σημαντικούς σεισμούς (π.χ. 25/10/1919, Μ=6.1 με βλάβες σε Φηρά και Οία) σε ιστορικούς χρόνους.
Σχήμα 3. Σεισμική δράση στην περιοχή του Κολούμπο και στο νότιο τμήμα της λεκάνης της Ανύδρου (κύριος σεισμός Μ=5.1, μεγαλύτερος μετασεισμός Μ=4.7) στις 26/6/2009 στη Σαντορίνη, όπως καταγράφηκε από το δίκτυο του ΙΜΠΗΣ.

Από τα παραπάνω, αλλά και αν αναλογιστούμε ότι ένας σεισμός Μ=4.0 συμβαίνει σχεδόν κάθε δύο ημέρες στον ελληνικό χώρο, προκαλεί εντύπωση ότι η έντονη αισθητότητα του σεισμού στη Σαντορίνη (κάτι αναμενόμενο λόγω της μικρής απόστασης του σεισμού από το νησί) προκάλεσε ταυτόχρονα και έντονη ανησυχία. Είναι σχεδόν ανεξήγητο ότι ένας μικρός σχετικά σεισμός, σε μία περιοχή με έντονη πρόσφατη αλλά και ιστορική σεισμικότητα, σε μια περιοχή με χαρακτηριστική ενεργό τεκτονική και ηφαιστειότητα, προκαλεί έντονη αίσθηση στο νησί της Σαντορίνης.

Ας επαναλάβουμε για μία ακόμα φορά:

α) Στην περιοχή του υποθαλάσσιου ηφαιστείου του Κολούμπο έχουμε μόνιμη μικροσεισμική δραστηριότητα. Η δραστηριότητα αυτή συνδέεται στενά με τα ενεργά τεκτονικά ρήγματα της περιοχής, τα οποία πριν από λιγότερο από 10 έτη είχαν δώσει έναν πολύ ισχυρότερο σεισμό (Μ>5.0), και τα οποία μπορεί να δώσουν και πιο ισχυρούς σεισμούς.

β) Η περιοχή της Σαντορίνης είναι μία περιοχή ενδιάμεσης προς υψηλής σεισμικότητας του ελληνικού χώρου (ανήκει στη ζώνη 2 του Ελληνικού Αντισεισμικού Κανονισμού μαζί με περιοχές όπως ο Κορινθιακός κόλπος, η Μυγδονία λεκάνη, η νότια Θεσσαλία, κλπ.), η οποία έχει φιλοξενήσει το σεισμό της Αμοργού-Σαντορίνης το 1956 (Μ~7.5), δηλαδή τον ισχυρότερο επιφανειακό σεισμό του 20ου αιώνα στην Ευρώπη.

γ)  Όπως ανέφερα σε παλαιότερο άρθρο μου στο Atlantea “…Οι μικροί και ενδιαμέσου μεγέθους σεισμοί «εκτονώνουν» τη σεισμική ενέργεια μίας περιοχής και δεν απομακρύνουν την πιθανότητα να γίνει ένας ισχυρός σεισμός…”. Άρα ο σημερινός σεισμός δεν απομακρύνει την πιθανότητα να γίνει κάποιος ισχυρός σεισμός, ούτε όμως είναι από μόνος του ανησυχητικός, ιδίως αν δε συνοδευτεί από κάποια ανώμαλη σεισμική δραστηριότητα.

Κατά συνέπεια, δεν είναι φυσιολογικό ένας μικρός σεισμός (Μ~4.0) να αναστατώνει (πέρα από κάποια φυσική ανησυχία) ένα νησί που ζει πάνω στο πιο ενεργό ηφαίστειο του ελληνικού χώρου. Η σημερινή σεισμική δραστηριότητα, η οποία προς το παρόν εξελίσσεται εντελώς φυσιολογικά, θα ήταν σκόπιμο να θυμίζει απλά στους κατοίκους της Σαντορίνης ότι ζουν πάνω σε ένα ζωντανό φυσικό μνημείο, του οποίου τόσο η ηφαιστειότητα, όσο και η σεισμικότητα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής του. Και για αυτό το λόγο, η πρόληψη (και όχι η αδιαφορία) και η νηφάλια διαχείριση (και όχι ο πανικός) πρέπει να αποτελούν τη βάση της πολιτικής προστασίας της Σαντορίνης, τόσο σε σχέση με τους σεισμούς ή την ηφαιστειότητα, όσο και φυσικά σε σχέση με όλες τις άλλες σχετικές (π.χ. τσουνάμι) και άσχετες φυσικές καταστροφές.

Ο κ. Κώστας Παπαζάχος είναι καθηγητής σεισμολογίας και Διευθυντής του Εργαστηρίου Γεωφυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καθώς επίσης και Γενικός Γραμματέας του Ινστιτούτου Μελέτης και Παρακολούθησης Ηφαιστείου Σαντορίνης (ΙΜΠΗΣ)

Print Friendly