Χαμηλές οι επιδόσεις της Ελλάδας στη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής

Τα συμπεράσματα της ετήσιας διεθνούς αξιολόγησης Climate Change Performance Index 2018 (CCPI) που πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με το δίκτυο οργανώσεων Climate Action Network, στο οποίο συμμετέχουν το WWF Ελλάς και η Greenpeace, δόθηκαν στη δημοσιότητα, με την ετήσια έκθεση να αξιολογεί τις κλιματικές επιδόσεις 56 χωρών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά, που είναι υπεύθυνες για πάνω από το 90% των παγκόσμιων εκπομπών αεριών του θερμοκηπίου.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της διεθνούς αξιολόγησης η Ελλάδα καταλαμβάνει την 39η θέση ανάμεσα σε 56 χώρες που αξιολογήθηκαν βάσει των επιδόσεών τους στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, σημειώνοντας δραματική υστέρηση σε σχέση με πέρσι, καθώς έκτοτε 14 χώρες σημείωσαν καλύτερες επιδόσεις. Η χώρα μας βρέθηκε μετεξεταστέα ιδιαίτερα σε δύο τομείς, στην εφαρμογή εθνικών πολιτικών αλλά και στο εθνικό ανθρακικό αποτύπωμα, καθώς παρά την κρίση, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αυξήθηκαν κατά 20%.

Η φετινή επίδοση της Ελλάδας, αξιολογείται ως “κακή” σε σχέση με τη “μέτρια” περσινή επίδοσή της, καθώς την τοποθετεί στην 23η θέση ανάμεσα στις 28 χώρες της ΕΕ (περσινή θέση 17η στην ΕΕ-28), ξεπερνώντας οριακά την Πολωνία και τη Βουλγαρία. Ειδικά στην κατηγορία εφαρμογής εθνικών πολιτικών, στο σύνολο των χωρών που αξιολογηθήκαν (56 χώρες), η Ελλάδα καταλαμβάνει τη θλιβερή 13η θέση, αλλά από το τέλος.

Λιγνίτης ως πότε;
Τα αποτελέσματα που δημοσιεύει η έκθεση δείχνουν πως οι υφιστάμενες δεσμεύσεις της Ελλάδας για συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό μείγμα  είναι μακριά από την απαιτούμενη πορεία που απαιτείται για περιορισμό της ανόδου της θερμοκρασίας κάτω από 2°C, πόσο μάλλον από το όριο του 1,5°C που έθεσε η Συμφωνία του Παρισιού, καθώς σε σύγκριση με πέρσι έχουν εγκατασταθεί μόλις 140MW αιολικής ισχύος και μόλις 1 MW φωτοβολταϊκών σταθμών. Σύμφωνα με τον δείκτη CCPI, η συμμετοχή των ΑΠΕ στη συνολική παροχή πρωτογενούς ενέργειας στην Ελλάδα πρέπει να ξεπεράσει το 50% το 2030, από περίπου 10% που είναι σήμερα.

Τα παραπάνω στοιχεία, με βάση και τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ευρώπη που δείχνουν πως η Ελλάδα δε θα λαμβάνει δωρεάν δικαιώματα ρύπανσης για την ηλεκτροπαραγωγή της, ενώ είναι υποχρεωμένη να προβεί σε πανάκριβα μέτρα αναβάθμισης των παλιών μονάδων της ΔΕΗ, επιβάλουν την άμεση στροφή της χώρας σε καινοτόμες και καθαρές λύσεις παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας. Ακόμα κι αν αυτό συμβεί, δεδομένο θα πρέπει να θεωρείται πλέον πως η Ελλάδα δεν θα πετύχει τους στόχους συμμετοχής των ΑΠΕ στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής για το 2020.

Εξοικονόμηση ενέργειας ή απλά φτώχεια;
Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης δείχνουν πως εθνικά υπερήφανοι μπορούμε να είμαστε μόνο για τις επιδόσεις στην κατανάλωση ενέργειας, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται 20η από το σύνολο των 56 χωρών στην κατά κεφαλήν συνολική παροχή πρωτογενούς ενέργειας. Με μια πιο προσεκτική ματιά όμως γίνεται εμφανές πως ο ίδιος δείκτης ανά μονάδα ΑΕΠ –που φανερώνει την αποδοτικότητα ελληνικής οικονομίας- αυξήθηκε κατά 3,6% μέσα σε μια μόλις χρονιά. Ειδικά τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν αυξήσει την ενεργειακή τους κατανάλωση κατά 16% (2014-2015).

Οι σημαντικότερες διεθνείς εξελίξεις όπως αποτυπώθηκαν στη φετινή έκθεση είναι:

  • Καθώς καμία χώρα δεν έχει λάβει μέτρα σύμφωνα με τον στόχο ανόδου της παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά 1,5-2°C, οι 3 πρώτες θέσεις της αξιολόγησης παραμένουν κενές για μια ακόμα χρονιά.
  • Την καλύτερη βαθμολογία έλαβε η Σουηδία χάρη στις εξαιρετικές επιδόσεις της στον τομέα των ΑΠΕ και τη συνολική μείωση εκπομπών. Απαιτείται ωστόσο επιπλέον προσπάθεια, σύμφωνα με τους αναλυτές, για την πλήρη απεξάρτησή της τόσο από το φυσικό αέριο όσο και τα πυρηνικά.
  • Στο τέλος της βαθμολογίας βρίσκονται οι Σαουδική Αραβία, Ιράν, Δημοκρατία της Κορέας, Αυστραλία και ΗΠΑ.
  • Αν και για τρεις συνεχόμενες χρονιές οι παγκόσμιες εκπομπές από τον ενεργειακό τομέα παρέμειναν σταθερές, εν τούτοις οι τελευταίες εκτιμήσεις για το 2017 δείχνουν ότι αναμένεται εκ νέου αύξηση 2%.
  • Η παγκόσμια κατανάλωση του πλέον ρυπογόνου καύσιμου, του κάρβουνου, έπεσε κατά 1,7% σε σχέση με το 2015.

Πηγή: WWF Ελλάς

Print Friendly