Νέα στοιχεία για τις πιθανές επιπτώσεις μιας μελλοντικής σεισμικής δραστηριότητας στο ηφαιστειακό κέντρο του Κολούμπου

Ακούστε το άρθρο

Σε μελέτη που παρουσιάστηκε πρόσφατα στο περιοδικό Bulletin of Volcanology από τον Πρόεδρο του ΙΜΠΗΣ, Καθηγητή Κώστα Παπαζάχο, και συνεργάτες του από το ΑΠΘ και το εξωτερικό, μελετήθηκε το πώς οι σεισμοί από την ευρύτερη ηφαιστειακή περιοχή του Κολούμπου θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη Σαντορίνη.

Η μελέτη επικεντρώθηκε σε δύο σημαντικά σεισμικά γεγονότα του παρελθόντος:

  • Τον μεγάλο σεισμό της Αμοργού (μέγεθος Μ7.5) του 1956, που προκάλεσε σοβαρές ζημιές σε κτίρια στη Σαντορίνη και σε γειτονικά νησιά, και
  • Την ισχυρή σεισμική δραστηριότητα (με άγνωστο μέγεθος) που συνδέεται με την ηφαιστειακή έκρηξη του Κολούμπου το 1650.

Για τον πρώτο σεισμό (Αμοργός, 1956) οι μελετητές χρησιμοποίησαν κατάλληλα υπολογιστικά μοντέλα για να αναπαράγουν διάφορα σενάρια για τον τρόπο γένεσης του σεισμού (δηλαδή το πώς έσπασε το ρήγμα της Αμοργού εκείνη την εποχή) και να ελέγξουν πόσο καλά τα αποτελέσματα των μοντέλων αυτών συμφωνούν με τις λεπτομερείς αναφορές για τις βλάβες στους οικισμούς. Τα μοντέλα αυτά περιλάμβαναν όχι μόνο το σεισμικό ρήγμα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η τοπογραφία του νησιού (δηλαδή η ύπαρξη των πρανών της καλδέρας) και οι διαφορετικοί τύποι εδάφους επηρεάζουν τη σεισμική δόνηση.

Χρησιμοποιώντας το ίδιο μοντέλο και την ίδια προσέγγιση που μπόρεσε να εξηγήσει σωστά τις ζημιές του σεισμού του 1956, προσομοίωσαν τις περιορισμένες αναφορές της σεισμικής δράσης της έκρηξης του 1650, σε μία προσπάθεια να αποτιμήσουν τις επιπτώσεις από ένα μελλοντικό σεισμό, παρόμοιο με τον πιο ισχυρό σεισμό του 1650 στον Κολούμπο.

Τα μοντέλα αυτά προτείνουν ότι οι σεισμοί του 1650 μπορεί να έφτασαν σε μέγεθος μέχρι και Μ6.5, επηρεάζοντας σημαντικά ολόκληρη τη Σαντορίνη. Επίσης, ανέδειξαν ότι οι περιοχές της καλδέρας ενισχύουν τις σεισμικές κινήσεις σε αυτά τα σενάρια σεισμών, που προέρχονται από την περιοχή Αμοργού-Κολούμπου. Τόσο στον σεισμό του 1956, όσο και σε ένα σενάριο ανάλογο με αυτό της σεισμικότητας που συνδέεται με την έκρηξη του 1650 (και πιθανώς με μία παρόμοια έκρηξη του Κολούμπο στο μέλλον), οι περιοχές αυτές θα δεχτούν ισχυρότερες δονήσεις, και πιθανότατα θα εμφανίζουν πιο σημαντικές βλάβες.

Αντίθετα, οι νότιες περιοχές της Σαντορίνης, μακριά από την καλδέρα (Περίσσα, Βλυχάδα) θα δεχτούν σημαντικά ασθενέστερες σεισμικές δονήσεις.

Τα αποτελέσματα της μελέτης είναι σημαντικά για τον σχεδιασμό της προστασίας της Σαντορίνης απέναντι στον σεισμο-ηφαιστειακό κίνδυνο, αφού οι περιοχές της καλδέρας είναι οι πιο πυκνοκατοικημένες, αλλά και από τις πιο τουριστικές περιοχές της Σαντορίνης. Παράλληλα, είναι προφανές ότι πρέπει να αξιοποιούνται στον αντισεισμικό σχεδιασμό (π.χ. σχέδια έκτακτης ανάγκης, υποδομές υψηλής σημασίας όπως νοσοκομεία, λιμάνια, κέντρα επικοινωνιών, κλπ.). Οι συγγραφείς τονίζουν την ανάγκη για συλλογή περισσότερων δεδομένων, αλλά και την ανάπτυξη νέων μοντέλων για τις εδαφικές συνθήκες στη Σαντορίνη, προκειμένου να γίνουν πιο αξιόπιστες οι μελλοντικές εκτιμήσεις του σεισμικού κινδύνου για την περιοχή.

Η μελέτη είναι ελεύθερα διαθέσιμη εδώ.


Ακολουθήστε το atlantea.news στο Google News και ενημερωθείτε για όλες τις ειδήσεις και τα άρθρα που δημοσιεύονται.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Διαβάστε επίσης

Σαντορίνη