Μειωμένη αναμένεται να είναι συνολικά η φετινή συγκομιδή στις μεγάλες αμπελουργικές περιοχές της χώρας, με την κύρια αιτία να εντοπίζεται στους παγετούς της 20ης Μαρτίου και της 10ης Απριλίου αλλά και στην ξηρασία ως αποτέλεσμα της έλλειψης βροχοπτώσεων, σύμφωνα με την ΚΕΟΣΟΕ (Κεντρική Συνεταιριστική Ένωση Αμπελοοινικών Προϊόντων).
Όπως σημειώνει, με εξαίρεση τα αμπελουργικά διαμερίσματα της Μακεδονίας για τις πρώιμες ποικιλίες και το ξινόμαυρο που μέχρι στιγμής παρουσιάζουν υψηλές προδιαγραφές και ποσότητες, αλλά και του αμπελουργικού διαμερίσματος της Ηπείρου, όπου και εκεί η σταφυλική παραγωγή είναι σε υψηλά standards, η εικόνα των αμπελώνων από τη Θεσσαλία και νοτιότερα, αν και ανομοιογενής, παρουσιάζεται προβληματική, ως προς τις αναμενόμενες ποσότητες που αναμένεται να εισκομισθούν.
Στη Θεσσαλία και ειδικότερα στον Τύρναβο αναμένεται ελαφρώς αυξημένη παραγωγή σε σύγκριση με την περασμένη χρονιά, αν και η περιοχή συγκαταλέγεται σε αυτές που έπληξε ο παγετός της περασμένης άνοιξης. Η παραγωγή παραμένει σε επίπεδα κατώτερα του δυναμικού της περιοχής και για την κύρια ποικιλία του μοσχάτου Τυρνάβου.
Στις αμπελουργικές περιοχές της Βοιωτίας, της Αττικής και της Εύβοιας, οι επιπτώσεις των παγετών της άνοιξης είναι εμφανείς, όπως επισημαίνει η ΚΕΟΣΟΕ, καθώς έθεσαν εκτός παραγωγής μεσοσταθμικά το 55% έως 60% των αμπελώνων.

Ίδια είναι η εικόνα και στη Νεμέα, στην οποία ο μέσος όρος παραγωγής αγιωργίτικου ανά στρέμμα εκτιμάται στα 500 κιλά, χαμηλή απόδοση στην οποία συνέβαλε και η εμφάνιση περονόσπορου.
Στην ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας οι κατά κύριο λόγο επιτραπέζιες ποικιλίες και ποικιλίες σταφιδοποιίας, σουλτανίνα και κορινθιακή, για μια ακόμη χρονιά ήταν ακατάλληλες για εμπόριο και αποξήρανση. Η ΚΕΟΣΟΕ σημειώνει πως η σουλτανίνα προσεβλήθη από ωίδιο και την “ασθένεια” της εγκατάλειψης, ενώ η κορινθιακή “όδευσε” σε υψηλές τιμές στην οινοποίηση, οι οποίες έφτασαν τα 60 λεπτά ανά κιλό.
Στην Αχαΐα με τις δεδομένες δυνατότητες άρδευσης, η παραγωγή του ροδίτη σε ποσότητα αναμένεται στα περσινά ικανοποιητικά επίπεδα, ενώ καλή είναι και η συγκομιδή του μοσχάτου και της μαυροδάφνης, που πληρώνονται σε ελαφρώς ανώτερες τιμές από πέρσι.
Στο Ηράκλειο Κρήτης, παρά την καταστροφική επίδραση της ανομβρίας και του καύσωνα στα επιτραπέζια σταφύλια, η παραγωγή των οινοσταφύλων είναι καλύτερη από την περσινή ζοφερή χρονιά, αν και πάλι μειωμένη. Αξιοσημείωτο γεγονός, η παρατηρούμενη άνοδος των τιμών, αλλά και η υποκατάσταση μέσω εισαγωγών του “κενού” που δημιουργεί η έλλειψη σουλτανίνας.
Μεταξύ άλλων, στη Λήμνο η έλλειψη βροχοπτώσεων και οι υψηλές θερμοκρασίες επηρέασαν τους αμπελώνες, και συγκεκριμένα την ωρίμαση των σταφυλιών, όμως η παραγωγή ποσοτικά αναμένεται ελαφρώς καλύτερη από πέρσι, ενώ η ποιότητα έχει υψηλές προδιαγραφές.
Στο ίδιο μήκος κύματος και η Σάμος, όπου η υγιεινή και η ποιότητα των σταφυλιών είναι σε πολύ καλή κατάσταση, ενώ οι ποσότητες αναμένεται να κυμανθούν στα περσινά επίπεδα.
Τον δυσκολότερο τρύγο της ιστορικά βιώνει η Σαντορίνη, καθώς οι ποσότητες συγκομιδής αναμένεται να είναι έως και 85% μειωμένες σε σύγκριση με τον μέσο όρο και κατά 50% σε σύγκριση με το περασμένο έτος, εξαιτίας της ξηρασίας και της επικράτησης ισχυρών ανέμων. Η βάση εκκίνησης τιμών είναι τα 9 ευρώ το κιλό, αλλά σε πραγματικό επίπεδο θα ξεκινήσουν από 10 ευρώ το κιλό και αυξανόμενες έως τα 13 ευρώ το κιλό.

Μεταξύ των οινοποιών δίνεται “μάχη”, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ΚΕΟΣΟΕ, καθώς τρυγούν οι ίδιοι τα αμπελοτεμάχια των αμπελουργών με δικά τους συνεργεία, επιβαρυνόμενοι το κόστος συγκομιδής. “Είναι προφανές ότι και ο αμπελώνας του νησιού δίνει μάχη επιβίωσης”, σημειώνει η ΚΕΟΣΟΕ.
Παρόμοια εικόνα μείωσης της σταφυλικής παραγωγής παρουσιάζει και η Ρόδος φέτος, στην οποία η παραγωγή σταφυλιών, πέραν των καιρικών φαινομένων, επηρεάζεται και από την εγκατάλειψη και την αδιαφορία εισόδου νέων αμπελουργών.
Μειωμένη είναι και η παραγωγή στο Ιόνιο, με τη Ζάκυνθο, μετά την περσινή καταστροφή λόγω του καύσωνα και της ανομβρίας, να αναμένει καλύτερη και ποιοτικότερη παραγωγή στις τοπικές ποικιλίες, αν και σε αυτό το νησί είναι εμφανείς οι τάσεις εγκατάλειψης.
Στην Κεφαλονιά, ύστερα από την περσινή εξαιρετική χρονιά, η φετινή εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Όπως αναφέρει η ΚΕΟΣΟΕ, ο παγετός του Απριλίου έπληξε τα πεδινά τμήματα του νησιού, ενώ τον Ιούλιο ένα δεκαήμερο κύμα καύσωνα επηρέασε τις πλαγιές του Αίνου, με αποτέλεσμα οι ξηροθερμικές συνθήκες να καταστρέψουν σημαντικό μέρος της παραγωγής. Ως συνέπεια της μειωμένης συγκομιδής, οι τιμές παρουσιάζουν αισθητή άνοδο.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν την αγορά οίνου
Οι φετινές καιρικές συνθήκες οδηγούν σε αυξήσεις στις τιμές των σταφυλιών στις ζώνες παραγωγής οίνων με Γεωγραφική Ένδειξη, καθώς τα οινοποιεία αναζητούν εγχώρια πρώτη ύλη για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Ωστόσο, όπως τονίζει η ΚΕΟΣΟΕ, την ίδια στιγμή η κατανάλωση κρασιού εμφανίζει αισθητή κάμψη σε Ελλάδα και Ευρώπη, με τις πωλήσεις να μειώνονται κατά 30%-40% την καλοκαιρινή περίοδο, γεγονός που προβληματίζει έντονα τον κλάδο.
Στελέχη οινοποιείων που επικαλείται η ΚΕΟΣΟΕ επισημαίνουν ως ανασταλτικό παράγοντα την πολιτική τιμών στην εστίαση, όπου η καράφα φτάνει τα 16 ευρώ ανά λίτρο και η φιάλη πωλείται σε τιμές έως και τετραπλάσιες της αγοράς. Η υπερκοστολόγηση αυτή, σε συνδυασμό με την αυστηροποίηση των ποινών και την αύξηση των ελέγχων αλκοτέστ, λειτουργεί αποτρεπτικά για τους καταναλωτές.
Τέλος, υπογραμμίζει ότι ο ανταγωνισμός από το εξωτερικό γίνεται εντονότερος μιας και η Ισπανία, η Βουλγαρία και κυρίως η Ιταλία αναμένουν πλούσια παραγωγή, ενώ παράλληλα η επιβολή δασμών 15% στις εισαγωγές ευρωπαϊκών κρασιών στις ΗΠΑ συνιστά μια ακόμα παράμετρο που δεν ξέρουμε πώς θα επηρεάσει την αγορά οίνου.






