Η νέα εποχή των ελληνικών ροζέ και ερυθρών κρασιών

Ακούστε το άρθρο

Η Robinson επισκέφθηκε στα τέλη Απριλίου τη μεγάλη παρουσίαση ελληνικών κρασιών στο Λονδίνο, όπου δοκίμασε δεκάδες ετικέτες από περισσότερους από 30 παραγωγούς. Εκεί διαπίστωσε κάτι ιδιαίτερα εντυπωσιακό: τα ελληνικά ροζέ δεν ακολουθούν τη λογική των εύκολων, ανοιχτόχρωμων και καταναλωτικά προσανατολισμένων κρασιών που κυριαρχούν διεθνώς. Αντίθετα, πρόκειται για κρασιά με δομή, προσωπικότητα και γαστρονομικό χαρακτήρα.

Το ξινόμαυρο πρωταγωνιστής στα ελληνικά ροζέ
Ανάμεσα στα αγαπημένα της ελληνικά ροζέ, η πλειονότητα προερχόταν από το ξινόμαυρο, μια ποικιλία που συχνά συγκρίνεται με το nebbiolo, λόγω της υψηλής οξύτητας, της δομής και της πολυπλοκότητάς της. Τα περισσότερα ήταν εσοδείας 2025 και, σύμφωνα με την Robinson, διέθεταν τέτοια φρεσκάδα και ισορροπία ώστε θα μπορούσαν να εξελιχθούν άνετα μέχρι και το επόμενο καλοκαίρι, σε αντίθεση με πολλά εμπορικά ροζέ άλλων χωρών που προορίζονται για άμεση κατανάλωση.

Η έκπληξη της Σαντορίνης
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η Robinson σε ένα ροζέ που προέρχεται από έναν τόπο ο οποίος συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά με λευκά κρασιά, τη Σαντορίνη. Πρόκειται για το ροζέ Αναγαλλίς 2023 του Οινοποιείου Βενετσάνου -από μανδηλαριά, αηδάνι και ασύρτικο– το οποίο η διάσημη οινογράφος χαρακτηρίζει ως ένα κρασί που εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά αποθέματα ζωής και εξέλιξης.

Η Σαντορίνη έχει χτίσει τη φήμη της πάνω στα λευκά κρασιά από ασύρτικο και στα μοναδικά ηφαιστειακά της αμπελοτόπια. Ωστόσο, το παράδειγμα του ροζέ από το Οινοποιείο Βενετσάνου δείχνει ότι το νησί μπορεί να προσφέρει και διαφορετικές οινικές εκφράσεις, με χαρακτήρα, πολυπλοκότητα και δυνατότητα παλαίωσης. Για τους φίλους του κρασιού, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα υπενθύμιση ότι η σύγχρονη ελληνική οινοποιία δεν σταματά να εξερευνά νέα μονοπάτια ακόμη και σε περιοχές με ισχυρή οινική ταυτότητα.

Τα ερυθρά που αλλάζουν τις διεθνείς εντυπώσεις
Η Robinson αφιέρωσε ιδιαίτερη προσοχή και στα ελληνικά ερυθρά, ανακαλύπτοντας δεκαπέντε κρασιά που χαρακτήρισε εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Μάλιστα, σημειώνει ότι πολλά από αυτά διακρίνονται από σχετικά χαμηλούς αλκοολικούς βαθμούς, στοιχείο που έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που έχουν πολλοί καταναλωτές στο εξωτερικό για τα κόκκινα κρασιά.

Από νησιώτικα κρασιά ξεχώρισε ορισμένα από μανδηλαριά της Πάρου, μια ποικιλία με έντονη οξύτητα και δομή, καθώς και ένα κρητικό χαρμάνι μανδηλαριάς και κοτσιφαλιού που αναδεικνύει τη φρεσκάδα των τοπικών ποικιλιών. Στην Πελοπόννησο, το αγιωργίτικο επιβεβαίωσε τον ρόλο του ως η πιο σημαντική ερυθρή ποικιλία της χώρας, ενώ οι ετικέτες από τη Νεμέα παρουσίασαν διαφορετικές εκφράσεις της ποικιλίας, από πιο προσιτές και φρουτώδεις έως πιο σύνθετες και παλαιωμένες σε δρύινα βαρέλια και αμφορείς. Στη Βόρεια Ελλάδα, το ξινόμαυρο συνέχισε να κυριαρχεί. Η Νάουσα απέδειξε για ακόμη μία φορά γιατί θεωρείται η πατρίδα μιας από τις πιο συναρπαστικές ερυθρές ποικιλίες της Ευρώπης, με κρασιά που συνδυάζουν φινέτσα, οξύτητα και σημαντικές δυνατότητες παλαίωσης.

Η δύναμη των ελληνικών ποικιλιών
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της Robinson αφορά τη στρατηγική που ακολουθούν πλέον οι Έλληνες παραγωγοί. Ενώ στο παρελθόν υπήρχε μεγαλύτερη έμφαση στις διεθνείς ποικιλίες, σήμερα οι περισσότεροι έχουν συνειδητοποιήσει ότι το πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας βρίσκεται στις γηγενείς ποικιλίες. Με παραγωγή που αντιστοιχεί μόλις στο 2% της ευρωπαϊκής και λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας οινοπαραγωγής, η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί σε όγκο. Μπορεί όμως να ξεχωρίσει μέσα από ποικιλίες όπως το ασύρτικο, το ξινόμαυρο, το αγιωργίτικο, η μανδηλαριά, η μαυροδάφνη και η λημνιώνα. Η διεθνής αναγνώριση που απολαμβάνουν πλέον τα ελληνικά κρασιά σε αγορές όπως η Σουηδία, η Νορβηγία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς αποδεικνύει ότι αυτή η στρατηγική αποδίδει καρπούς.

Το μήνυμα της Jancis Robinson είναι σαφές: η ελληνική οινική επανάσταση δεν περιορίζεται στα λευκά κρασιά και στο ασύρτικο. Τα ροζέ και τα ερυθρά της χώρας εξελίσσονται με εντυπωσιακό ρυθμό, αξιοποιώντας τον πλούτο των γηγενών ποικιλιών και την αυξανόμενη τεχνογνωσία των παραγωγών. Και αν το ξινόμαυρο αναδεικνύεται σήμερα ως ο μεγάλος πρωταγωνιστής των ελληνικών ροζέ, η αναφορά της Robinson στο ροζέ της Σαντορίνης ίσως αποτελεί μια ένδειξη για το μέλλον: ακόμη και οι πιο καθιερωμένες οινικές περιοχές της Ελλάδας έχουν τη δυνατότητα να εκπλήσσουν, προσφέροντας νέες και συναρπαστικές εκφράσεις του ελληνικού αμπελώνα.


Ακολουθήστε το atlantea.news στο Google News και ενημερωθείτε για όλες τις ειδήσεις και τα άρθρα που δημοσιεύονται.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Διαβάστε επίσης

Σαντορίνη