Θηραϊκή πατριδογνωσία: Ο Βάττος (δ’ μέρος)

Ανδρέας Βλάχος

Του Ανδρέα Βλάχου*

Ιχνευταί επί Θήρας

Τα καλοκαίρια κάποιας άλλης μακρινής εποχής θυμάμαι ότι όταν φυσούσε δυνατό μελτέμι στην Περίσσα και έπαιρνε κανένα φουσκωτό τόπι ή στρώμα θαλάσσης, καθώς το κοιτούσαμε να χάνεται σιγά σιγά στον ορίζοντα οι μεγάλοι έλεγαν “αυτό τώρα πάει στον Καντάφι”. Μιλώ για τη δεκαετία του ’80, τότε που ο ελληνοσπουδαγμένος εύελπις Μουαμάρ ήταν μια σχεδόν συμπαθής καλτ φιγούρα για την επίσημη κρατική αφήγηση και οι ελληνικές κατασκευαστικές εταιρείες έπαιρναν μεγάλα συμβόλαια στην αφρικανική χώρα. Στην Ελλάδα της αρχαϊκής εποχής όμως, όπως είδαμε είχαν μια πολύ γενική ιδέα για το πού πέφτει η Λιβύη. Ο νοτιοδυτικός άνεμος, αυτός που τώρα λέμε “γαρμπή”, λεγόταν τότε “λιψ” (λίβας) επειδή φαινόταν να φυσά από εκείνα τα μέρη. Μέχρι εκεί γνώριζαν, όμως. Ένας τέτοιος άνεμος πάντως έφερε στο νησί μας τους Θηραίους ανιχνευτές από την Πλατέα.

Ας φανταστούμε εδώ την εικόνα. Το πλοίο έρχεται από τον Νότο και είναι πια ορατό από το Μέσα Βουνό. Τα νέα διαδίδονται στο νησί και ο βασιλιάς με τον λαό συγκεντρώνονται στο λιμάνι. Υποθέτουμε ότι πρέπει να υπήρχε κάποια έστω υποτυπώδης λιμενική εγκατάσταση στα νότια του νησιού αφού από αρχαιοτάτων χρόνων οι νησιώτες έψαχναν απάγκιο από το βοριά για τα πλεούμενα. Και η Σαντορίνη δεν έχει αλλού παράκτιο απήνεμο από αυτή τη διεύθυνση (αφού στερείται φυσικών όρμων) παρά μόνο στο νότιο τμήμα της. Στα χρόνια μας βέβαια αυτά είναι λεπτομέρειες. Στις νότιες ακτές έχουμε μόνο ξενοδοχεία, ακόμα και εκεί όπου δεν θα έπρεπε. Δε βαριέστε, όταν κάποια στιγμή στο μέλλον γραφτεί η δική μας ιστορία, οι κληρονόμοι του τόπου θα περιποιηθούν την υστεροφημία μας καταλλήλως.

Πάμε πάλι 27 αιώνες πίσω.

“Καλώς τα παιδιά! Ελάτε να σας φιλέψουμε κρασί για το καλωσόρισμα. Νερό μόνο μη ζητήσετε επειδή δεν υπάρχει σταγόνα. Πείτε μας, λοιπόν. Πώς ήταν;” έκανε ο βασιλιάς.

“Ήταν ένα μικρό βήμα για τους Θηραίους αλλά ένα μεγάλο για τη Θήρα”, είπε ο ανιχνευτής.

“Άσε τα βαρύγδουπα, αυτά είναι μόνο για εμένα που είμαι επώνυμος άρχων του νησιού” γρύλισε ο Γρίννος. Δίκιο είχε. Όταν είσαι η αρχή του τόπου πρέπει να λες μεγάλα λόγια, κοινοτοπίες και μπαρούφες αλλιώς δεν σε παίρνουν στα σοβαρά. “Πώς ήταν ο τόπος που σας οδήγησε ο Κορώβιος; Αλήθεια πού είναι αυτός; Δεν τον βλέπω”.

“Μια χαρά είναι ο Κορώβιος, μεγαλειότατε”. Όπως ξέρουμε, δεν ήταν. “Και ο τόπος είναι εξαιρετικό μέρος για εγκατάσταση”. Ούτε αυτό ίσχυε. Τσακάλι ο ανιχνευτής.

“Έχει νερά;”

“Ουου! Παντού!”. Τεχνικά είχε δίκιο αλλά το νερό αυτό είχε αλάτι. Λεπτομέρειες.

“Είναι μεγάλο το νησί;”

“Αμέ! Σχεδόν σαν το Ασπρονήσι”

Για να σοβαρευτούμε τώρα, είναι απίθανο να μην έδωσαν ακριβή αναφορά στον Γρίννο οι άνθρωποι της αποστολής. Ωστόσο, προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι ο λαός έπρεπε να μείνει με την εντύπωση ότι οι άποικοι θα πήγαιναν στη γη της επαγγελίας. Ποιος να ήταν ο λόγος; Κι εδώ μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Ίσως ο Γρίννος πίστευε πραγματικά στο γράμμα του χρησμού οπότε αρκούσε να γίνει μια απλή εγκατάσταση στη μακρινή Λιβύη για να σωθεί η Θήρα από την ανομβρία. Αντί λοιπόν να πάνε οι άποικοι σε πιθανά εχθρικό έδαφος στην αφρικανική ενδοχώρα, ήταν πιο ασφαλές να πάνε σε έναν τόπο που δεν ήθελε κανείς. Ίσως από την άλλη πλευρά οι άποικοι επιλέχθηκαν να φύγουν επειδή ήταν ανεπιθύμητοι στον βασιλιά και η εκτέλεση του χρησμού πρόσχημα, δηλαδή να είχε δίκιο ο Μενεκλής που υποστήριζε ότι εστάλησαν απλά στην εξορία. Ούτε αυτό θα ήταν πρωτότυπο αφού μάλλον η εξορία σε ξερονήσια έχει ισχυρή εγγραφή στο πολιτισμικό μας DNA. Σε κάθε περίπτωση, την αλήθεια δε θα τη μάθουμε ποτέ.

Βουντού – βουντού, με μια βελόνα μαύρη
Αντίθετα με αυτά που έγραψε ο Μενεκλής, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο η επιλογή των αποίκων ήταν δίκαιη. Κληρώθηκαν από τους δύο αδελφούς της κάθε οικογένειας ο ένας, ενώ υπήρχαν άνδρες από καθέναν εκ των επτά οικισμών του νησιού. Μόνο άνδρες. Και ως αρχηγός επελέγη ο Βάττος. Συνολικά επάνδρωσαν δύο πεντηκόντορους. Η κάθε πεντηκόντορος (πενηντάκωπο) ήταν ένας τύπος γαλέρας με πιθανό μήκος 30-40 μέτρα, πλάτος 4-5 και μικρό βύθισμα. Ήταν πλοία γενικής χρήσης, επίπεδα, χωρίς κατάστρωμα, σχετικά γρήγορα (9 κόμβοι/ώρα, σχεδόν όσο κάποια σημερινά πλοία της γραμμής – όταν τουλάχιστον ταξιδεύουν και δεν στουκάρουν σε κάποιο κριπίδωμα λιμανιού). Έφεραν 25 κουπιά σε κάθε πλευρά αλλά και ορθογώνιο ιστίο. Οι μελετητές υπολογίζουν ότι οι Θηραίοι που ξεκίνησαν για την Πλατέα πρέπει να ήταν το πολύ 150-160, δηλαδή εξαιρετικά λίγοι. Τι θα μπορούσε να περιμένει η μητρόπολη Θήρα από τόσους; Και πώς θα διασφαλιζόταν ότι οι άποικοι θα έκαναν αυτό που τους είχαν ζητήσει η πόλις και ο Απόλλων;

Πεντηκόντορος, πηγή: wikipediaΧάρη στην προνοητικότητα των απογόνων των αρχικών αποίκων έχουμε στη διάθεσή μας ένα πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας μας: πρόκειται για τον όρκο που κλήθηκαν να δώσουν οι άνθρωποι αυτοί ξεκινώντας από το νησί μας, ο οποίος χαράχτηκε μεταγενέστερα (4ος π.Χ. αιώνας) σε μαρμάρινη στήλη που βρέθηκε σε ανασκαφές στην Κυρήνη. Το περιεχόμενο του όρκου ήταν στην ουσία ένα συμβόλαιο των αποίκων με τη Θήρα και με όρους που, με βάση τον σύγχρονο νομικό πολιτισμό, μας φαίνονται κομματάκι καταχρηστικοί. Σχεδόν σαν να είχαν συνταχθεί από τράπεζα δηλαδή.

Σύμφωνα με τα γραφόμενα, η συνέλευση των πολιτών του νησιού αποδέχεται ότι ο χρησμός του Απόλλωνα ήταν αυθόρμητος και ότι ο θεός ανέθεσε την ίδρυση πόλης στον Βάττο και τους Θηραίους. Η μητρόπολη επέβαλε το πολίτευμα της αποικίας, δηλαδή μοναρχία με βασιλιά τον Βάττο. Οι άποικοι επελέγησαν από κάθε οικογένεια αλλά θα μπορούσαν να συμμετέχουν στην αποστολή και εθελοντές. Αν η αποικία ιδρυόταν, ο κάθε Θηραίος θα είχε το δικαίωμα να μεταναστεύσει εκεί απολαμβάνοντας ίσα δικαιώματα με τους αρχικούς αποίκους ενώ θα λάμβανε και κλήρο γης. Αν η αποικία δεν ιδρυόταν τελικά, οι αναχωρήσαντες δε θα μπορούσαν να επιστρέψουν πριν περάσουν πέντε τουλάχιστον χρόνια. Κατόπιν, ακολουθούσαν οι ποινικές ρήτρες. Δηλαδή η εξής μία: θάνατος για όποιον επιλεγεί και δεν πάει, θάνατος για όποιον τον υποθάλψει. Στο τέλος έδωσαν τον όρκο και για να ελαφρύνει λίγο η ατμόσφαιρα έριξαν τις σχετικές κατάρες σε όποιους θα τον παράβαιναν καθώς έλιωναν τα κέρινα ομοιώματά τους. Έτσι, μάλλον το έπιασαν όλοι το υπονοούμενο.

Η Πλατέα κείται μακράν
Τα δύο πλοία με τα πολλά σάλπαραν από εδώ. Και, από ό,τι γνωρίζουμε από την περίπτωση του Κορώβιου, δεν έφτασαν ακριβώς στην ώρα τους. Μόνο να φανταστούμε μπορούμε την έκπληξη του Βάττου και των οικιστών όταν μετά από πολύ κουπί και κούραση έφτασαν στην Πλατέα και αντίκρυσαν έναν ταλαίπωρο πάνω σε έναν τόπο εξίσου ταλαίπωρο. Ίσως όμως μεγαλύτερη να ήταν η έκπληξη του ερημίτη.

“Μπα; Τον βρήκατε τον δρόμο, λεβέντες;” γκρίνιαξε ο Κορώβιος.

“Τι είναι τούτο το νησί; Πού πήγε το υπόλοιπο;” αναρωτήθηκαν οι Θηραίοι.

Εδώ ο Βάττος έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με σοβαρή κρίση και πρέπει να πάρει μιά απόφαση όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για τους εκατόν πενήντα άνδρες που έχει υπ’ ευθύνη του.

Λάθος, εκατόν πενήντα ένας, παραλίγο να παρατήσουμε πάλι τον Κορώβιο.

Κάνει λοιπόν αυτό που επιβάλλει η λογική. Δεν ακούει ούτε τη βούληση του Απόλλωνα, ούτε αυτή της πόλης που τους έστειλε στο πουθενά να κάνουν κάτι καταδικασμένο σε αποτυχία. Ο Βάττος δεν είναι κάποιος ασυλλόγιστος ήρωας αλλά ένας άνθρωπος που πατά στη γη. Και η Πλατέα δεν είναι γη που μπορεί να πατήσει γερά. Διατάζει λοιπόν επιστροφή στη Θήρα.

Ας φανταστούμε ξανά την εικόνα. Τα πλοία έρχονται από τον Νότο και είναι πια ορατά από το Μέσα Βουνό. Τα νέα διαδίδονται στο νησί και ο βασιλιάς με το λαό συγκεντρώνονται στο λιμάνι. Αλλά αυτή τη φορά κάτι κρατούν στα χέρια τους. Το νησί μας έχει μπόλικα από αυτά που κρατούν. Και δεν είναι για το καλωσόρισμα των αποίκων. 

Τους παίρνουν λοιπόν με τις πέτρες.

Κυριολεκτικά.

Τους πετάνε πέτρες οι πατεράδες και οι αδελφοί τους. Για τον Γρίννο και τους Θηραίους οι συμπατριώτες τους είναι ξένο σώμα και τα προβλήματά τους είναι πολύ μακρινά για να τους απασχολούν. Ιδιαίτερα καθώς η ίδρυση της αποικίας συνεπάγεται επιβίωση της μητρόπολης. Ας κόψουν λοιπόν τον λαιμό τους. Τα πλοία δεν αφήνονται να δέσουν και γυρνούν ξανά στην Πλατέα.

Ο Βάττος και οι άποικοι είναι πια εντελώς μόνοι τους και θα παλέψουν για τη ζωή τους.

(Στο επόμενο: ο Βάττος είχε δίκιο αλλά πρέπει να ρίξει τα μούτρα του για να πάρει νέο χρησμό. Η πρώτη αποικία ιδρύεται αλλά δεν είναι η Κυρήνη. Και, τέλος, μια μακριά πεζοπορία στον τελικό προορισμό).

Διαβάστε τα προηγούμενα
α’ μέρος
β’ μέρος
γ’ μέρος


* Ο Ανδρέας Βλάχος ζει με την οικογένειά του και εργάζεται ως Ουρολόγος στη Σαντορίνη. Επικοινωνεί γράφοντας για αυτά που γνωρίζει, για αυτά που αγαπά και για αυτά που ζητούν την προσοχή μας.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here