Σαντορίνη: Ο Πρόεδρος του ΣΕΤΕ κ. Γιάννης Ρέτσος απαντά στις ερωτήσεις του Atlantea

Ο Δήμαρχος Θήρας κ. Νίκος Ζώρζος (αριστερά) με τον Πρόεδρο του ΣΕΤΕ κ. Γιάννη Ρέτσο στη Σαντορίνη

Στις ερωτήσεις του Atlantea απάντησε ο Πρόεδρος του ΣΕΤΕ κ. Γιάννης Ρέτσος αμέσως μετά τη συνάντησή του στη Σαντορίνη με τον Δήμαρχο Θήρας κ. Νίκο Ζώρζο, την Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017.

Atlantea: Είναι κοινά αποδεκτό ότι η φέρουσα ικανότητα της Σαντορίνης έχει φθάσει πλέον στα όριά της. Πώς τοποθετείστε στην άποψη ότι το νησί πρέπει να θεωρηθεί κορεσμένο τουριστικά και να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση;

Γιάννης Ρέτσος: Η απόφαση για το αν ένας προορισμός έχει φτάσει στα όρια της φέρουσας ικανότητάς του, πρέπει να προκύψει μέσα από διαβούλευση της τοπικής κοινωνίας, αλλά και τη μελέτη των αντικειμενικών παραμέτρων. Με γνώμονα τον σεβασμό στο περιβάλλον και την αειφορία, τη διατήρηση του χαρακτήρα του προορισμού, την οικονομική βιωσιμότητα των επενδύσεων και τις επιπτώσεις στο τοπικό κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι. Η Σαντορίνη είναι μια περίπτωση, η οποία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι το νησί αποτελεί ναυαρχίδα του ελληνικού τουρισμού και brand παγκόσμιας εμβέλειας. Αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένας προορισμός κινδυνεύει να γίνει θύμα της ίδιας της επιτυχίας του.

A: Η υποστελέχωση των υπηρεσιών του δημόσιου τομέα στη Σαντορίνη έχει οδηγήσει μεταξύ άλλων και στην έλλειψη ελέγχων, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη κάθε μορφής παραβατικότητας συμπεριλαμβανομένης της κυκλοφοριακής αναρχίας με συνολικό αρνητικό αντίκτυπο στην εικόνα και τη φήμη του νησιού, στους επισκέπτες και στους κατοίκους του. Με δεδομένο ότι η Σαντορίνη αποτελεί τον πλέον προβεβλημένο προορισμό της χώρας, πώς θεωρείτε ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα και πώς ο ΣΕΤΕ μπορεί να συμβάλει στη λύση του;

Γιάννης Ρέτσος: Κεντρικό ζητούμενο κάθε ευνομούμενης Πολιτείας είναι η προστασία της λειτουργίας των νόμιμων επιχειρήσεων και της τοπικής κοινωνίας. Τα ζητήματα που θέτετε γίνονται ακόμα πιο εμφανή και δυσεπίλυτα στους προορισμούς μεγάλης προβολής όπως η Σαντορίνη, η οποία τους μήνες τουριστικής αιχμής δέχεται ροές επισκεπτών πολλαπλάσιες του πληθυσμού της.

Η εφαρμογή των νόμων είναι θεμελιώδης υποχρέωση του κράτους. Το υπογραμμίζουμε και το θέτουμε στους αρμόδιους, διαρκώς και σε όλους τους τόνους. Οι έλεγχοι πρέπει να είναι καλά και έγκαιρα σχεδιασμένοι, συστηματικοί και να καλύπτουν όλους τους κλάδους και όλη την αγορά. Το να γίνονται περιστασιακά, στις ίδιες περιοχές, από μία χούφτα ελεγκτών και μόνο σε δύο-τρεις κατηγορίες επιχειρήσεων, αυτό είναι παθογένεια του συστήματος, δεν είναι σοβαρή στρατηγική ελεγκτικού μηχανισμού. Αντίστοιχα, έγκαιρος σχεδιασμός και μελετημένη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού πρέπει να ισχύει και για την αστυνόμευση.

Ο τουριστικός κόσμος δεν ζητάει από την Πολιτεία και τη Δημόσια Διοίκηση να ανακαλύψουν την πυρίτιδα! Ρεαλισμό και κοινή λογική ζητάει.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της παραβατικότητας, αυτή που αφορά στην ίδια την αγορά. Ο ΣΕΤΕ δε γίνεται και δεν μπορεί να κυνηγάει την παραβατικότητα και την “κακή” επιχειρηματικότητα, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Αυτό, όμως, που μπορεί να κάνει, ως Κοινωνικός Εταίρος –και το κάνει ήδη– είναι να επιχειρήσει να μεταλαμπαδεύσει στους επιχειρηματίες και τους ενασχολούμενους με τον τουρισμό τα σύγχρονα πρότυπα του επιχειρείν, τα οποία ξεφεύγουν από κάθε είδος παραβατικότητας. Να πείσει ότι, στο πλαίσιο της τουριστικής συνείδησης, ειδικά σε προορισμούς όπως η Σαντορίνη, μία επιχειρηματική κουλτούρα ευσυνειδησίας και αίσθησης ευθύνης απέναντι στον προορισμό και στον κάθε επισκέπτη του, πρέπει να είναι ο γενικός κανόνας και όχι η εξαίρεση.

A: Στη Σαντορίνη έχει αρχίσει να λειτουργεί Τουριστικό Παρατηρητήριο και η Δημοτική Αρχή σε συνεργασία με τους φορείς του τουρισμού σχεδιάζει τη λειτουργία Φορέα Διαχείρισης Προορισμού, κατά τα διεθνή πρότυπα, κάτι που όμως δεν προβλέπεται από το υφιστάμενο αυτοδιοικητικό πλαίσιο. Υπάρχουν από πλευράς ΣΕΤΕ σκέψεις ή προτάσεις γενικά για το θέμα των Φορέων Διαχείρισης Προορισμού και ειδικά για το θέμα της νομικής θεσμοθέτησής του;

Γιάννης Ρέτσος: Είμαστε υπέρ των συνεργειών μεταξύ του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, όπως πρέπει να είναι ένας αποτελεσματικός Φορέας Διαχείρισης Προορισμού. Ωστόσο, δεν υπάρχει ένα μοντέλο Φορέα Διαχείρισης Προορισμού, ιδανικό για όλες τις περιοχές της χώρας. Μπορεί να έχουμε μερικά -μετριούνται στα δάκτυλα ενός χεριού- επιτυχημένα παραδείγματα, ανά την επικράτεια, αλλά έχουμε και πολλά περισσότερα όπου ανάλογες προσπάθειες τελμάτωσαν και απέτυχαν. Οι περιορισμοί και οι αγκυλώσεις λόγω έλλειψης σχετικού σύγχρονου θεσμικού πλαισίου, είναι ένας λόγος, αλλά όχι ο βασικός. Το λάθος της ταύτισης του διοικητικού ορίου μιας περιφέρειας με συγκεκριμένους προορισμούς είναι ένας άλλος λόγος. Αλλά υπάρχει και πλήθος άλλων αιτιών, όπως η δυσκολία εξασφάλισης χρηματοδότησης, η έλλειψη συνεννόησης και ξεκάθαρων όρων συμμετοχής μεταξύ των εμπλεκόμενων κ.α.

Για το θεσμικό κενό, πιστεύουμε ότι πιο χρήσιμο και αποτελεσματικό, είναι να θεσπιστεί ένα ευέλικτο πλαίσιο βασικών κατευθύνσεων και προϋποθέσεων για τη σύσταση Φορέων Διαχείρισης Προορισμού. Να ακολουθεί διεθνή πρότυπα και βέλτιστες πρακτικές και να επιτρέπει προσαρμογή σε επίπεδο μεμονωμένων προορισμών.

Σε κάθε περίπτωση, θεωρούμε ότι για να επιτύχει ένα μοντέλο τέτοιας συνεργασίας, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να υπάρχει η ισχυρή δέσμευση όλων των πλευρών στο κοινό καλό. Κάτι τέτοιο συμβαίνει στη Σαντορίνη. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ένα αξιόλογο μοντέλο διαχείρισης και λειτουργίας στον τομέα του τουρισμού, το οποίο πράγματι βασίζεται στην συλλογικότητα και στην κοινή προσπάθεια. Η τοπική κοινωνία, έχει καταφέρει να συνθέσει και να αναδείξει τα μοναδικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του νησιού, το φυσικό περιβάλλον, την γαστρονομία, τα τοπικά προϊόντα και το πολιτιστικό απόθεμα. Παράλληλα, έχετε βρει τον τρόπο να αναλύετε διεξοδικά τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τον προορισμό και να υλοποιείτε κοινές ενέργειες.

Είμαι βέβαιος ότι θα βρεθεί η κατάλληλη μορφή του φορέα που θα αποτελέσει το επιστέγασμα όλης αυτής της προσπάθειας.

A: Η διαχείριση του προγραμματισμού των αφίξεων κρουαζιερόπλοιων στη Σαντορίνη αποτελεί μείζον θέμα για τον προορισμό και στο πλαίσιο αυτό το Λιμενικό Ταμείο του νησιού έχει αναπτύξει σχετική ηλεκτρονική διαδικασία που θα τεθεί σε πλήρη εφαρμογή για τις αφίξεις του 2019. Θα μπορούσε ο ΣΕΤΕ να συμβάλει ώστε να εξασφαλιστεί η ομαλή και απρόσκοπτη μετάβαση σε αυτή τη νέα διαδικασία;

Γιάννης Ρέτσος: Ενθαρρύνουμε και στηρίζουμε κάθε λύση που θα βελτιώσει τη διαχείριση των αφίξεων κρουαζιέρας στη Σαντορίνη. Η ηλεκτρονική διαδικασία θα ενισχύσει και τις προσπάθειες διαχείρισης της φέρουσας ικανότητας του νησιού. Επιπλέον, θα βελτιώσει περαιτέρω την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών και θα καλυτερεύσει το σύνολο της εμπειρίας των επισκεπτών. Στον ΣΕΤΕ έχουμε ως μέλη εκπροσώπους των μεγαλύτερων εταιρειών κρουαζιέρας και δεν σας κρύβω ότι βλέπουμε πως υπάρχει και από τις εταιρείες μια κινητικότητα όσον αφορά στην αλλαγή του berth allocation, με στόχο την ενίσχυση της ποιότητας και των δικών τους προσφερόμενων υπηρεσιών. Για τον ΣΕΤΕ είναι στρατηγική επιλογή να αναδείξει τον κομβικό ρόλο της κρουαζιέρας, θέμα, που μαζί με το παράδειγμα της Σαντορίνης, βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα της επικείμενης συνάντησής μας με τον Υπουργό Ναυτιλίας.

A: Ο αριθμός των μελών του ΣΕΤΕ στη Σαντορίνη είναι πλέον πολύ μικρός. Έχετε εξήγηση για αυτό; Πώς νομίζετε ότι θα μπορούσε να ανατραπεί αυτό και να προσελκυσθούν νέα μέλη στον ΣΕΤΕ;

Γιάννης Ρέτσος: Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια η Σαντορίνη έχει αποστασιοποιηθεί από τα κοινά του ελληνικού τουρισμού και δεν συμμετέχει ενεργά στα συλλογικά/συνδικαλιστικά όργανα του ιδιωτικού τομέα του τουρισμού. Προφανώς οι επιχειρηματίες έχουν δώσει έμφαση στην δική τους περιοχή και στις επιχειρήσεις τους. Οι συναντήσεις που υλοποιούμε όλο αυτό το διάστημα, ανά την Ελλάδα, έχουν ως στόχο να έρθουμε πιο κοντά στις τουριστικές επιχειρήσεις αλλά και στις τοπικές κοινωνίες. Να καλλιεργήσουμε στενότερες σχέσεις και να συντονιστούμε καλύτερα και με τους άλλους παραγωγικούς τομείς. Για εμάς, το να συνενώσουμε τις δυνάμεις μας για την περαιτέρω ενίσχυση του τομέα και την ανάδειξη της σημασίας και της συνεισφοράς του σε εθνικό και σε τοπικό επίπεδο, είναι μονόδρομος.

Print Friendly